Χάρτης
Ημερολόγιο
«  Νοέμβριος 2020  »
ΚΔΤΤΠΠΣ
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
2930

Η μάχη της Αλαμάνας και στο Χάνι της Γραβιάς, κατά του Τούρκους Ιστοριογράφους

FtS85

1) Η μάχη της Αλαμάνας, ως και η μάχη εις το Χάνι της Γραβιάς μας είναι γνωστή από την διδασκαλίαν της Ιστορίας τόσον εις το Δημοτικόν, όσον και εις την μέσην εκπαίδευσιν.
Εκείνο, που δεν γνωρίζομεν, είναι το πώς είδαν οι Τούρκοι ιστοριογράφοι τας εν λόγω μάχας.

alamana


2) Ο Τούρκος ιστοριογράφος Αχμέτ Δζεβδέτ, ως πληροφορούμεθα εκ του έργου του Νικηφόρου Μοσχοπούλου : Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως κατά τους Τούρκους ιστοριογράφους, εν αντιπαραβολή και προς τους ΄Ελληνας ιστορικούς (Αθήναι 1960, Ανασταλτική ΄Εκδοσις 2003) και εις τας σελίδας 163 – 164 διαλαμβάνει:

«...η επανάστασις της Πελοποννήσου εξηπλώνετο διηνεκώς με αυξανομένην έντασιν.
Ενώ δε η προσοχή των Τούρκων ήτο απερροφημένη από την επανάστασιν της Πελοποννήσου, ήλθεν η είδησις, ότι εξηγέρθησαν και οι «ραγιάδες» της Ευβοίας, ότι δε ο φρούραρχος της Χαλκίδος Ιουσούφ πασάς, ο Σερραίος, ευρισκόμενος παρά το Αντίρριον, διετάχθη υπό του Χουρσίτ πασά να μεταβή εις Χαλκίδα, αλλά με διαφόρους προφάσεις δεν είχεν αναχωρήσει ακόμη. Συνεπεία τούτου εστάλη την 17ην απριλίου 1821 εις τον Ιουσούφ πασάν βεζυρική διαταγή να μεταβή αμέσως εις Χαλκίδα.
Κανείς, λοιπόν δεν εγνώριζε τι κάμνει ο άλλος, γράφει ο Δζεβδέτ. Ενώ εις τον Ιουσούφ πασάν εδίδοντο διαταγαί να μεταβή αμέσως εις την θέσιν του, ούτος, αν και εκκινήσας δια Χαλκίδα, έμεινε καθ΄ οδόν εις Ναύπακτον και διεπεραιούτο εις Πελοπόννησον, όπως σώση τους εν πολιορκία μουσουλμάνους, και ελύτρωνε την πολιορκουμένην πόλιν των Πατρών. Δηλαδή δεν κατώρθωσε μεν ο Ιουσούφ να μεταβή εις Χαλκίδα, αλλ΄ έσωσε το τετράπλευρον των τεσσάρων φρουρίων, ήτοι την Ναύπακτον, το Αντίρριον, το απέναντι τούτου Ρίον και το φρούριον των Πατρών, και επέτυχε την ασφάλειαν του κόλπου της Ναυπάκτου (του Κορινθιακού) παρασχών ούτω μεγάλην υπηρεσίαν. Ως εκ τούτου ο μουσουλμανικός πληθυσμός απέστειλε δι΄ αυστριακού πλοίου και δια Πρεβέζης εις τον Χουρσίτ πασάν αναφοράν, ζητών να μείνη ο Ιουσούφ πασάς ως φρούραρχος των εν λόγω φρουρίων. Ο δε Χουρσίτ πασάς, ευχαριστηθείς εκ των τυχαίως παρασχεθεισών υπηρεσιών τούτου, απηύθυνεν εις τον Ιουσούφ πασάν κολακευτικήν επιστολήν και συνέστησε τον διορισμόν του, εις την κυβέρνησιν, ήτις και διώρισεν αυτόν εις την ούτω προταθείσαν θέσιν.
Μετά τούτο ο Χουρσίτ πασάς απέστειλε τον τέως κεχαγιάν του και τότε βαλήν Μωρέως Κιοσέ (= σπανόν) Μεχμέτ πασάν, μετά του διοικητού Αυλώνος Ομέρ πασά Βρυώνη εις Πελοπόννησον δια Τρικκάλων, συγχρόνως δε 800 άνδρας υπό τον τουφεκτζή – μπασήν (σημ. ο Φιλήμων, Τόμ. 3ος, σελ. 181, λέγει τοπτσή – μπασήν, δηλαδή αρχιπυροβολητήν) Μεχμέτ αγάν Ιντζέ – Μπαϊρακτάρογλου εις το Ιουσούφ πασάν και έγραψεν εις τον τελευταίον τούτον, όπως, κατερχόμενος μετά του Μεχμέτ πασά εις Πελοπόννησον, καταβάλη πάσαν προσπάθειαν προς λύτρωσιν της Τριπόλεως. Συγχρόνως παρέδωκεν εις τον Μεχμέτ πασάν 500 πουγγία (ήτοι 250.00 γρόσια ή 2.500 λίρας χρυσάς Τουρκίας), ίνα δοθούν εις τον Ιουσούφ πασάν.
Αφήσας ολίγον στρατόν εις τα τέσσερα φρούρια, ο Ιουσούφ πασάς απήλθε με το υπόλοιπον στράτευμα δια Ναυπάκτου και Σαλώνων (Αμφίσσης) εις Λεβάδειαν, όπου συνηντήθη μεν μετά του Μεχμέτ πασά, δεν κατώρθωσε όμως να λάβη τα 500 πουγγία. Εν τω μεταξύ η Επανάστασις είχεν εξαπλωθή. Μία φάλαγξ είχε περικυκλώσει τα δερβένια των Τρικκάλων, ενώ άλλη φάλαγξ έμεινεν εις την περιοχήν της πόλεως των Ιωαννίνων.
Μετά της πρώτης τούτων συνήψε μάχην ο Κιοσέ – Μεχμέτ, την οποίαν ο Δζεβδέτ περιγράφει ως εξής : Την 26 μαρτίου 1821 ο Μεχμέτ πασάς έστειλε δια Δομοκού και Λαμίας στρατόν, όστις συμπλακείς μετά των επαναστατών απεκόμισε «μερικά κεφάλια και αυτιά», κατόπιν δε τούτου ο Μεχμέτ, επιτεθείς κατά των επαναστατών, εις δίωρον από της Λαμίας απόστασιν, εις το χωρίον Ποστάλκο (;) και την γέφυραν της Αλαμάνας, διεσκόρπισεν αυτούς και κατέλαβε το οχύρωμα, το οποίον κατείχον. Εκ των επαναστατών πολλοί εφονεύθησαν, οι δε λοιποί εσώθησαν ριφθέντες εις την πλησίον λίμνην. Ες την μάχην ταύτην εφονεύθησαν ο «καπετάνιος» της Λεβαδείας Κυριάκος, ως και τινες των σημαινόντων πολεμιστών και παπάδων. (1)
Μετά τούτο ο Μεχμέτ πασάς εστράφη εναντίον των παρά τα Σάλωνα συγκεντρωμένων επαναστατών, τον δε Ομέρ πασάν (Βρυώνην) απέστειλε προς το μέρος της Γραβιάς. Οι πρώτοι, συνάψαντες μάχην με τους επαναστάτατς, τους οποίους συνήντησαν, επροχώρησαν, ενώ η φάλαγξ του Ομέρ πασά, καταλαβούσα το χάνιον Καρά – τάς (= της Μαύρης Πέτρας), διεσκόρπισε τούς παρά την εκκλησίαν Καλελή – Κλισέ (= εκκλησία με φρούριον), παρά το χάνι της Γραβιάς, συγκεντρωθέντας. (2)
Μετά την μάχην ταύτην ο Ομέρ πασάς εστράφη κατά των εις τον καζάν (υποδιοίκησιν) Πατρατζίκ (της Υπάτης), υπαγόμενον εις την Χαλκίδα, συγκεντρωθέντων επαναστατών, αλλά υποστάς ήτταν (3) επανήλθεν εις Λάρισαν. Μετά τούτο ο Ιουσούφ πασάς απεχώρησε και ήρχισε να ασχολήται με την άμυναν των τεσσάρων φουρίων ...».

3) Υποσημειώσεις Ν. Μοσχοπούλου:
«... 1. Την μάχην, την οποίαν ονομάζουν «μάχην των Θερμοπυλών», περιγράφουν λεπτομερώς ο Φιλήμων (Τομ. 3ος, σελ. 192 – 195) και ο Σπ. Τρικούπης. Οι παπάδες, τους οποίους αναφέρει ο Δζεβδέτ, είναι ο ηρωϊκός επίσκοπος Αμφίσσης Ησαΐας και ο απανθρώπως βασανισθείς και οβελισθείς Αθανάσιος Διάκος, ο απαράμιλλος ήρως και εθνομάρτυς της Επαναστάσεως, ο οποίος, ως ο Ιησούς ανερχόμενος εις τον Γολγοθάν, υπεχρεώθη να μεταφέρη ο ίδιος και τον οβελόν .
2. Ως βλέπομεν ενταύθα, ο Δζεβδέτ αντιπαρέρχεται με ολίγας γραμμάς την μάχην του χανίου της Γραβιάς (7 μαΐου 1821), κατά την οποίαν ηνδραγάθησεν ο Οδυσσεύς Ανδρούτσος και την οποίαν απηθανάτισεν η μούσα του Γεωργίου Ζαλοκώστα («το χάνι της Γραβιάς»).
3. Η ήττα αύτη του Ομέρ Βρυώνη είναι βεβαίως η του χανίου της Γραβιάς, την οποίαν ο Τούρκος ιστορικός φαίνεται συγχέων προς την εναντίον των υπό τον Πανουργιάν, τον Δυοβουνιώτην και των υπό τον Σολιώτην επιτυχή επίθεσιν ...».
4) Το χωρίον Ποστάλκο μας είναι άγνωστον, πιθανόν δε υπό την τουρκικήν ονομασίαν Ποστάλκο, να χαρακτηρίζεται ο οικισμός εις την γέφυραν της Αλαμάνας, όπου υπήρχον το Χάνιον της Αλαμάνας ή Χάνιον του Ελλαδά, μερικά πανδοχεία, υδρόμυλοι, υπηρεσία Ταχυδρομείου και σταθμός Χωροφυλακής μεταγενεστέρως.

Αθήναι 10 Νοεμβρίου 2005
και δια την αντιγραφήν Περικλής Αστρακάς